Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 /* Style Definitions */ table.MsoNormalTable {mso-style-name:"Κανονικός πίνακας"; mso-tstyle-rowband-size:0; mso-tstyle-colband-size:0; mso-style-noshow:yes; mso-style-parent:""; mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt; mso-para-margin:0cm; mso-para-margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:10.0pt; font-family:"Times New Roman"; mso-ansi-language:#0400; mso-fareast-language:#0400; mso-bidi-language:#0400;}
Saint Demetrius, Apostles Peter and Paul of Romanos Patras.
Little priest without gremial , the Zastovis Charalampos.
ΩΣ ΤΡΙΕΤΕΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ, ΑΠΟ ΤΗΣ ΠΡΟΩΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΚΥΡΙΟΝ ΕΚΔΗΜΙΑΣ.
ΣΤΟΝ ΣΕΒΑΣΤΟ ΜΟΥ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΑΤΡΑΪΚΗ,
Γ.Α., Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΕΔΙΔΑΞΕΝ ΤΑΣ ΥΨΗΛΑΣ ΑΡΕΤΑΣ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, TIMΩΝΤΑΣ ΣΥΝΑΜΑ ΤΗΝ ΗΜΕΤΕΡΑΝ ΜΗΔΑΜΙΝΟΤΗΤΑ ΔΙΑ ΤΗΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΥΤΙΜΟΥ ΦΙΛΙΑΣ ΤΟΥ.
Ομιλώντας περί δικαιοσύνης.
‘’ Ο σύ μισείς μηδενί ποιήσεις.’’
Το ευαγγελικόν ρητόν καλύπτει τον έναν χώρον της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Τον αποθετικόν χώρον της ηθικής.
Θα ηδύνατο να λεχθή: όπως δεν θέλεις να σε αδικήσουν, μηδέ ένα να αδικής.
Το ευαγγελικόν παράγγελμα, κατ’ ουσίαν, επιτάσσει μίαν των θεμελιωδών προϋποθέσεων πάσης ανθρωπίνης κοινωνίας και ουσιωδέστατον γνώρισμα του ηθικού ατόμου: την δικαιοσύνην.
‘’ Ο σύ μισείς, μηδενί ποιήσεις.’’: μην κάνεις ό,τι δεν θέλεις να σου κάνουν.
Η παραγγελλομένη αρετή είναι η δικαιοσύνη. Αυτή, μία ούσα, έχει δύο εννοίας, μίαν ηθικήν και μίαν νομικήν έννοιαν. Κατά την ηθικήν έννοιαν: δικαιοσύνη είναι η ιδιότης η κατευθύνουσα την βούλησιν, ουδέν αλλότριον δικαίωμα να προσβάλλη.
Υπό την αυτήν έννοιαν, ο μέγας Ρωμαίος νομοδιδάσκαλος Ουλπιάνος ορίζει την δικαιοσύνην:
‘’ Ως σταθεράν βούλησιν εκάστου το ίδιον απονέμεσθαι δίκαιον.’’
Υπό την νομικήν έννοιαν, δικαιοσύνη είναι μία των τριών θεμελιωδών λειτουργιών της πολιτειακής εξουσίας, δι’ ης απονέμεται το δίκαιον.
Το ευαγγέλιον όμως και αι εντολαί του υπάγονται εις την σφαίραν της ηθικής, ουχί του δικαίου.To απόλυτον δίκαιον θ’ αποδοθή κατά την Β’ του Κυρίου Παρουσίαν.
Είναι κανόνες απευθυνόμενοι εις τον εσωτερικόν (έσω) άνθρωπον και εις την συνείδησίν του. Η παράβασις του κανόνος της ηθικής δεν συνεπάγεται –σήμερον-τιμωρίαν. (sanctio.)
Η τιμωρία του παραβάτου των ηθικών κανόνων, είναι αμιγώς τιμωρία ψυχική, δεν έχει κανένα σωματικόν εξαναγκασμόν ή περιορισμόν ή σωματικήν ή οικονομικήν βλάβην.
Το στοιχείον του εξαναγκασμού διαφορίζει τον κανόνα δικαίου (νόμον) από τον κανόνα της ηθικής.
Ας ασχοληθώμεν όμως με την η δικαιοσύνη, ως τάση του ατόμου, ως αρετή αυτού.
Αρκετοί υποστηρίζουν, ότι η ιδέα της δικαιοσύνης είναι έμφυτος εις τον άνθρωπον. Τούτο αποτελεί πλάνην. Πιθανώς να κατέστη, δευτερογενώς, έμφυτος εις τον κοινωνικόν άνθρωπον, εκ κληρονομικότητος. Αλλά τούτο πολύ τολμηρόν και αμφίβολον είναι.
Ο εις την φύσιν ζων προκοινωνικός αρχέγονος εκπεσών του Παραδείσου άνθρωπος, δεν είχεν ιδέαν δικαιοσύνης. Ουδέ αδικίας. Δεν είχε πίνακα αξιών καθοριστικόν της συμπεριφοράς του. Αι ανάγκαι του, μεταβαλλόμεναι εις επιθυμίας, εξωθούν αυτόν εις ικανοποίησιν ,άνευ προεκτιμήσεως, αν η ικανοποίησις ήτο κακή ή καλή.
Ο αρχέγονος άνθρωπος ήτο προγενέστερος του κακού και του καλού.
Σύστημα ηθικών αναστολών δεν υπήρχε. Υπήρχον τα κατασταλτικά μέτρα της ισχύος άλλου ατόμου. Ουδέν ίδιον είχεν ουδείς. Η μετ’ άλλου ρήξις θα ήτο συμπτωματική, δια τους ολίγους καρπούς δένδρου, ους θα διεξεδίκουν εκ συμπτώσεως, κατά την πόσιν ύδατος, δια την προτεραιότητα, δια την περίπτυξιν γυναικός κλπ.
Καθ‘ όλας αυτάς τας περιπτώσεις, η ισχύς απεφάσιζεν ως και εις παν ζώον. Εκ των φαινομένων αυτών εξεπήγασεν και η περιβόητος ρήσις: το δίκαιον του ισχυροτέρου. Ορθώς, όμως, παρατηρεί ο Ρουσσώ: η ισχύς δεν αποτελεί δίκαιον. Και συμπληρούμεν: Η ισχύς επιβάλλει την θέλησίν της, και τούτο δυναμένη, δεν έχει ανάγκην δικαίου.
Ο αρχέγονος – προϊστορικός εκπεσών άνθρωπος δεν είχε συνείδησιν δικαίου. Η περί δικαίου, ηθικής και δικαιοσύνης αντίληψις, προκύπτει και αποβαίνει συνείδησις του ατόμου από την πρώτην κοινωνικήν οργάνωσιν της ζωής: Η αφ’ ης ο άνθρωπος, ο μη έχων τι πρότερον, είχεν τι πλέον. Και τότε ήρχισαν δικαιώματα και καθήκοντα. Και η υποχρέωσις του σεβασμού του αλλοτρίου δικαιώματος προέκυψεν: η δικαιοσύνη, ως ανάγκη σεβασμού των δικαιωμάτων επ΄αμοιβαιότητι.
Και προέκυψεν και η αξία της δικαιοσύνης ως αρετής, από την οδυνηράν εμπειρίαν της αδικίας. Και με τας εμπειρίας της ιδικής του οδύνης, αναπλάθει και την οδύνην των άλλων, ανακαλών της προσωπικάς του εμπειρίας.
Και δίχως εμπειρίας οδύνης δεν υπάρχει άνθρωπος.
Η οδυνηρά εμπειρία από ό,τι δεν ήθελε να πάθη και το υπέστη ο άνθρωπος, αυτήν τον καλεί να αναπλάση το ευαγγελικόν ρητόν και ‘’ο μισεί μηδενί να ποιήση’’ και να οπλισθή με την βούλησιν του δικαίου.
Και έθιμον και συνήθεια κατέστη και ανθρωπίνη αρετή.
Εις την εδραίωσιν και διάδοσιν της δικαιοσύνης ως αρετής, μεγάλως συνέβαλεν και το δίκαιον , το τεθέν υπό της πολιτείας συν τη παρόδω των αιώνων. Νόμοι πλέον ερρύθμιζον τας μεταξύ των ατόμων σχέσεις: το θέτον δικαίον.
Οι αρχαίοι Έλληνες, εξαιρέτως, την περί δικαίου, και ιδιαιτέρως, την περί δικαίου έννοιαν, ως αρετήν, προήγαγον.
Και ο ακολουθήσας Χριστιανισμός, δια της Ενανθρωπήσεως του Χριστού, έτι μάλλον, την αρετήν της δικαιοσύνης εθεμελίωσεν, προσδώσας εις αυτήν και θρησκευτικού καθήκοντος υψηλού την χροιάν. Και πνεύμα επιεικείας, συνάμα, και πραότητος και μακροθυμίας και αυτοθυσίας. Ο αρχαίος Ορέστης, φονεύει την προδώσασαν και φονεύσασαν τον πατέρα του, Κλυταιμνήστραν. Ο χριστιανός Άμλετ φονεύει μόνον τον εραστήν της μητρός του, ουχί την μητέρα του. Και αυτόν μετά από βασανιστικούς και εκμηδενιστικούς δισταγμούς, και όταν πείθεται, ότι η πράξις του δεν είναι έγκλημα, αλλά απονομή της δικαιοσύνης. Αλλ’ η δικαιοσύνη αυτή, ης γίνεται όργανον και φορεύς ο Άμλετ, εξαιρεί της τιμωρίας την μητέρα του. Η χριστιανική του συνείδησης του την απαγορεύει. Η έννοια της δικαιοσύνης, από τον Ορέστην, έως τον Άμλετ, (π.Χ έως μ.Χ) έχει εξελιχθή σημαντικά.
Έως προ του πολέμου, εις την Μάνην και τα Σφακιά, επεκράτει και αιματοκύλιεν οικογενείας, το διαβόητον έθιμον της β ε ν τ έ τ α ς (αντεκδικήσεως). Η εξέλιξης των καθόλου πολιτιστικών συνθηκών της ζωής και η εξέλιξις της έννοιας της δικαιοσύνης, επέδρασαν και εξήλειψαν το έθιμον τούτο πρωτογόνων, αυτοδικουσών κοινωνιών.
Βεβαίων υπάρχουν και χώροι ολόκληροι, όπου το έγκλημα ακμάζει, εις βαθμόν αποσυνθετικόν και ανησυχητικόν, ιδίως τα κατά των ηθών αδικήματα. Παρά ταύτα, η βοερά κατακραυγή της κοινωνίας κατά του φαινομένου, μαρτυρεί την εξέλιξιν της έννοιας, εις βάθος.
Το ευαγγελικόν ρητόν: ’’Ο συ μισείς, μηδενί ποιήσεις’’, είναι παράγγελμα δια την τήρησιν της δικαιοσύνης. Αφορά εις την δικαιοσύνην, ως υποκειμενικήν βούλησιν, ως αρετήν, και ουχί ως κανόνα, του οποίου η μη τήρησις, συνεπάγεται τιμωρίαν, τοιαύτην συνεπάγονται τα παραγγέλματα της πολιτειακής βουλήσεως, τα εκπεφρασμένα εις νόμον.
Αι ομοιότητες της δικαιοσύνης, ως υποκειμενικής βουλήσεως και αρετής και της δικαιοσύνης, ως πολιτειακής λειτουργίας, έγκειται 1) Εις τον σκοπόν: Και αι δύο αποσκοπούσαν εις την ευόδωσιν της δικαιοσύνης και την εξαφάνισιν των αδικοπραξιών. 2) Εις την αλληλεπίδρασιν των. Και αι δύο, αμοιβαίως, ενισχύονται και αυξάνουν εις βάθος και εύρος.
Η δικαιοσύνη, ως κρατική, απονεμητήριος του δικαίου λειτουργία, ενισχύει την βουλητικήν τάσιν του μη αδικείν, δια των εξαγγελομένων ποινών, εθίζουσα προς τούτοις τους σωφρονεστέρους εις συμπεριφοράν δίκαιαν, και ήθος, ολίγον κατ’ ολίγον, δικαίου.
Ειδοποιός διαφορά της δικαιοσύνης, ως βουλητικής τάσεως και αρετής και της δικαιοσύνης, ως πολιτειακής λειτουργίας, αποτελεί ο εξαναγκασμός και η τιμωρία, ην επιβάλλει η λειτουργία δικαιοσύνη.
Η δικαιοσύνη ως αρετή, αντιθέτως, ουδεμίαν επιβάλλει τιμωρίαν.
Η δικαιοσύνη ως κρατική λειτουργία απευθύνεται εις την συμπεριφοράν του ανθρώπου, δηλαδή εις την εξωτερικευμένην και υλοποιημένην εις αντικειμενικήν υπόστασιν, δια πραγματώσεως ή απόπειρας πραγματώσεως, βούλησιν.
Συγγενής προς την δικαιοσύνην είναι η έννοια αγάπη. Συγκλίνουν αμφότεραι και ομοιάζουν ες τον σκοπόν, Και αι δύο τείνουν εις το καλόν του ανθρώπου. Προς τούτοις, η αγάπη είναι ευρυτέρα της έννοιας της δικαιοσύνης. Η αγάπη, υπάρχουσα εις μίαν ψυχήν, αποκλείει την αδικίαν και συνεπώς εξασφαλίζει την δικαιοσύνην. Τούτο δεν κατορθώνει η δικαιοσύνη δια την αγάπην. Διαφορίζονται δε, μεταξύ των, κατ’ είδος, εις την μέθοδον και εις το πλάτος. Η δικαιοσύνη καλύπτει τον αποθετικόν χώρον της ηθικής. Καθορίζει τι δέον να μη πράττη ο άνθρωπος, δια το καλόν του άλλου. Η αγάπη, αντιθέτως, παραγγέλλει τι δέον να πράττη ο άνθρωπος, δια το καλόν του άλλου. Και ούτω καλύπτει τον θετικόν χώρον της ηθικής.
Η δικαιοσύνη είναι επιταγή απαγορεύσεων. Η αγάπη επιταγή πράξεων.
Η δικαιοσύνη εκφράζεται δια του: ‘’ ούτω ποιήτε τοις άλλοις, ό,τι αν οι άλλοι θέλητε ποιούσιν υμίν’’.
Επίσης και με την πειθαρχίαν, έχει συγγένειαν η δικαιοσύνη. Η αποφυγή της αδικίας απαιτεί συχνά αυτοπειθαρχίαν, αυτοκυριαρχίαν.
Αλλά και με την ελευθερίαν συνδέεται η δικαιοσύνη. Ο σεβόμενος τα αλλότρια δικαιώματα, σέβεται την ελευθερίαν του άλλου.
Το παράγγελμα προς δικαίαν βούλησιν και συμπεριφοράν είναι συγγενές προς την ελευθερίαν διττώς. Συναρτάται προς την ελευθερίαν του ανθρώπου από το ένστικτον. Κατά τον βαθμόν τον οποίον, ο άνθρωποςδεν κάμνει εις άλλον, ό,τι δεν θέλει να υποστή, απελευθερούται από τας επιταγάς και την δεσποτείαν του ενστίκτου.
Ακόμη, το ‘’ου μισείς, μηδενί ποιήσεις’’ έχει συγγενή έννοιαν προς το σωκρατικόν ρητόν:
‘’Ελοίμην αν αδικείσθαι ή αδικείν’’.
Η Σωκρατική αυτή θέσις ανυψούται υπεράνω της ανθρωπίνης αντιλήψεως περί δικαιοσύνης. Ο μέγας της αρχαιότητος σοφός δηλώνει: Αν ανεπλεκόμην εις τας λαβίδας του διλήμματος: τι πρέπει, να αδικήσω, ή, να αδικηθώ; Θα εξέλεγον ως κάλλιον, να αδικηθώ, παρά να αδικήσω. Και το εξέλεξεν εξαιρόμενος εις μίαν εκθαβωτικήν συνέπειαν κορυφαίαν. Εξέλεξεν το αδικείσθαι του αδικείν, όταν το αδικείν θα του προσέφερεν την ζωήν, και το αδικείσθαι τον θάνατον. Προετίμησεν να αποθάνη αδικούμενος, παρά να ζήση αδικών, δια της παραβάσεως του νόμου, αφού τοιαύτη ήτο η αρχή του. Και εις τον βωμόν της εθυσιάσθη. Και ανυψώθη εις τας κορυφάς της αιωνιότητος, αναβαλλόμενος φως θεοφόρον. Εάν, λοιπόν, προτιμήσης να αδικηθής, παρά να αδικήσης, συνακόλουθον είναι, ουδέποτε να αδικήσης. ‘’Εν τω μείζονι εμπεριέχεται το έλασσον’’.
Εις την ρήσιν του ευαγγελίου αντιτίθεται και η ρήσις: περί δικαίου του ισχυροτέρου.
Τούτο καταλύει πάσαν έννοιαν δικαιοσύνης και ως απονεμητικής του δικαίου λειτουργίας και έτι περισσότερον, ως τάσεως βουλήσεως και αρετής.
Η αξία του ρητού και κολοσσιαία και πασίγνωστος είναι δα τον πολιτισμένον άνθρωπον.
Ο προκοινωνικός άνθρωπος, ως είπομεν, δεν είχε συνείδησιν του δικαίου και του αδίκου. Έδρα δια την ικανοποίησίν του, αδιαφορών δια τα πάντα. Τον ανεχαίτιζεν μόνον η ισχύς ενός εκ συμπτωματικής αντιθέσεως αντιπάλου. Δι’ αυτόν τον άνθρωπον το παράγγελμα δεν είχεν, ούτε σημασίαν, ούτε αναγκαιότητα. Και φυσικά, θα ήτο αυτονόητον δια τον πολιτισμένον. Τα πράγματα, όμως , δεν έχουν ούτω. Η καθημερινή πρακτική της συμπεριφοράς, άλλη, και η δεοντολογία αυτής άλλη.
Εις την πραγματικότητα, συμφέροντα συγκρούονται προς συμφέροντα. Επιδιώξεις διασταυρούνται προς επιδιώξεις. ‘’Εγώ.’’ μαίνονται κατά των άλλων ‘’εγώ’’.
Και εις την ανθρώπινην ψυχήν, αντίδρομοι άνεμοι ανάσσουν, συγκρουόμενοι εις τον στρόβιλον του περί υπάρξεως και υπεροχής αγώνος.
Το εγώ, ανήμερον, εκ του ερεβώδουν βάθους, καταδυναστεύει την συμπεριφοράν μας. Και όσοι έχουν σύστημα αναστολών, αντιστέκονται εις τις παρορμήσεις του, και το κατανικούν και φέρουν ανταξίως τον χαρακτηρισμόν του πολιτισμένου όντος, του προικισμένου με το πανίσχυρον φως του κρανίου: τον ελέγχοντα λόγον. Δεν έχουν όμως οι πάντες δεσπότην τον λόγον.
Και οι μη έχοντες του λόγου τον έλεγχον, φέρονται και προς την άλογον ικανοποίησιν της επιθυμίας, θολούμενοι υπ’ αυτής. Ούτοι δε διστάζουν, ή και όσοι διστάζουν ενδίδουν εις την ζωώδη κραυγήν της επιθυμίας ή του μίσους ή του συμφερόντος και πράττουν και ό,τι δεν θέλουν να υποστούν. Και αν δεν έχουν πόρωσιν συνειδήσεως, υφίστανται την βάσανον των τύψεων και χάνουν την ψυχικήν των ισσοροπίσν και το αίσθημα ασφαλείας, το απαραίτητον δια τον άνθρωπον.
Και δι’ αυτούς εις την πελώριαν της γης έκτασιν, δεν υπάρχει σπιθαμή να τους δεχθή εν γαλήνη. Δι’ αυτούς ισχύει ο δραματικώτατος στίχος του Καβάφη;
΄΄ Τη ζωή σου, σ’ αυτή την κώχη
που τη χάλασες
σ’ όλη τη γη τη χάλασες ΄΄.
Ο σαιξπηρικός βασιλεύς Μάκβεθ, εκ φιλοδοξίας κινούμενος, φονεύει τον βασιλέα Ντόγκαν, ίνα σφετερισθή τον θρόνον, και αι τύψεις, ως Ερινύες, τον κατασπαράσσουν. Ικανοποίησε την φιλοδοξίαν του, αλλά έχασε την ευτυχίαν του.
Ο Ζολά εις την Τερέζαν Ρακέν, περιγράφει το τελειότατον έγκλημα δύο εραστών παρανόμων, οι οποίοι φονεύουν το δυστυχή σύζυγον της Τερέζας και φίλον του εραστού. Και έκτοτε ο φονευθείς σύζυγος τους κατεδίωκε παντού και η ζωή των κατέστη μαρτύριον αφόρητον.
Ο Ντοστογιέφσκι, μέγας γνώστης της ένδον αβύσσου, περιγράφει τα σχέδια του Ρασκόλνικωφ, δια την μετά τον φόνον της γραίας τοκογλύφου, ζωήν του. Και μετά τον φόνον ακολουθεί το μαρτύριον της ψυχής, από το οποίον τον λυτρώνει η παραδοσίς του εις τας αρχάς και η τιμωρία.
Και την ψυχικήν δυστυχίαν ολοκληρώνουν οι υπό της τύψεως αυτής προκαλούμεναι ποικίλαι αποτυχίαι. Η τρικυμία της ψυχής κλυδωνίζει αδυσωπήτως ολόκληρον την έκτασιν της δραστηριότητος του ατόμου. Η επαγγελματική επίδοσις μειώνεται και η οικονομική κατάστασις νοσεί. Και αν δεν υπάρξει σύντομος αποκατάστασις της ψυχικής ισσοροπίας, τότε με βέβαιον βήμα επελαύνει ο πολύτροπος όλεθρος:
‘’ Τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος.’’
Ο συμμορφούμενος, όμως, με το ευαγγελικόν παράγγελμα, και ακολουθών τον δίκαιον δρόμον, αντί της υπό της οδύνης ακολουθομένης κατά πόδας στιγμιαίας και χαμαιζήλου ηδονής, δρέπει την υψηλόφρονα ηδονήν του μη αδικήσαντος: την γαλήνην της συνειδήσεως. Ο μέγας σοφός της αρχαιότητος, ο Σωκράτης, δια την υψιπετή ηδονήν της αρμονίας της συνειδήσεως προσέφερεν την ζωήν του εις τον βωμόν του ιδανικού του: ‘’Ελοίμην αν αδικείσθαι ή αδικείν.’’
Και έπραξεν ούτω, διότι δεν υπάρχει μεγαλυτέρα και υψηλοτέρα ηδονή από την μακαριότητα της αταράχου συνειδήσεως.
Αυτή είναι η ως προς το άτομον το ίδιον, σημασία και αξία της ηθικής και δικαιοσύνης. Αλλά το άτομον είναι συνηρτημένον με σύνολα, επί των οποίων επιπίπτει η το άτομον περιβαλλούσα δυστυχία. Ή, αντιστρόφως, τα διαποτίζει η ευτυχία αυτού.
Η οικογένεια, το στενώτερον σύνολον με το οποίον το άτομον συναρτάται, υφίσταται τας καταστάσεις και τας περιπετείας αυτού. Από την δυστυχίαν του μέλους της, υποφέρει ψυχικώς όλη η οικογένεια. Χάνει και αυτήν την γαλήνην και ισσοροπίαν της.
Η πνευματική ανάπτυξις των μελών της παρεμποδίζεται ολίγον ή πολύ. Και μέρος της κοινής περιφρονήσεως δια το μέλος της, αντανακλά και εις αυτήν. Προς τούτοις, η ψυχική κατάστασις επιδρά και επί της ορθότητος των σκέψεων των μελών της.
Και φυσικά, τας ψυχικάς περιπετείας και τας πνευματικάς, ακολοθούν και οικονομικαί περιπλοκαί, ως δη την σήμερον μεσούντος του Δ.Ν.ΤΑΜΕΙΟΥ.
Το Κράτος, το υπό δικαίων πολιτών απαρτιζόμενον, κατακτά εσωτερικήν γαλήνην και ασφάλειαν. Αι αδικοπραξίαι και τα εγκλήματα περιορίζονται και η πολιτιστική του στάθμη ανεβαίνει, η οικονομική του κατάστασις προάγεται.
Και η κοινωνία υγιαίνει, όταν η αδικοπραξία και το έγκλημα περιορίζονται. Αρμονία, σύμπνοια, φιλία επικρατεί εις τας σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, δια της δικαιοσύνης. Και τα άτομα ευτυχούν, μη θιγόμενα, εις ό,τι εις αυτά ανήκει.
Μέγα μέρος της ανθρωπίνης δυστυχίας οφείλεται εις την δράσιν των ανθρώπων κατ’ αλλήλων.
Και ειδικά την σήμερον οι σφετερισθέντες το λαϊκόν δίκαιον και επιταγήν, και χρησιμοποιήσαντες όλως ιδιοτελώς την εκ του ιδίου λαού δοθείσαν καθέδραν των, έφερον και την χώρα μας εις αυτήν την πνιγηράν κατάστασιν
Πολέμοι, επαναστάσεις, φόνοι, ληστείαι, μοιχείαι, αρπαγαί, κλοπαί, σφετερισμοί, συκοφαντίαι, και ό,τι ο ποινικός κώδιξ περιλαμβάνει κακόν, αθλιότης, δυστυχία, αφετηρίαν έχει την αδικοπρακτούσαν συμπεριφοράν του ανθρώπου. Ωκεανοί αιμάτων και δακρύων, οφείλονται εις το γεγονός, ότι ο άνθρωπος δεν έκαμεν γνώμονα της συμπεριφοράς του το ‘’ο συ μισείς μηδενί ποιήσεις.’’ Αν εφθάναμεν να γίνει το παράγγελμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού γνώμων των πράξεών μας, η κοινωνία θα εγίνετο κοινωνία δικαίων και οι άνθρωποι θα απηλευθερούντο από το μέγα βάρος των δεσμών της οδύνης, τα οποία χαλκεύει ο άνθρωπος εις τον άνθρωπον. Τότε μόνον ο άνθρωπος θα έχει κατανικήσει το κτήνος, όταν θα τηρή το ευαγγελικόν παράγγελμα, και τότε η κοινωνία θα είναι κοινωνία ανθρώπων πράγματι. Και τότε ο πολιτισμός της αποβαίνει ουσιαστικός, όταν αποκτά εσωτερικότητα, δηλαδή ήθος. Και τότε μόνον έχει αξίαν και ο τεχνικός και υλικός πολιτισμός, όταν τον επιστεγάζει η άνοδος των ηθών.
Ο τεχνικός πολιτισμός είναι προϋπόθεσις της υλικής ευημερίας και η υλική ευημερία έχει μεγαλυτέραν αξίαν συνοδευομένη και υπηρετούσα την ηθικήν άνοδον. Δια της υλικής ευημερίας και των ολιγωτέρων, δι’ οικονομικούς λόγους στενοχωριών, παρέχεται ο χρόνος καλλιέργειας ψυχικής και ηθικής βελτιώσεως του ανθρώπου, εξανθρωπισμού του ανθρώπου, άλλως η υλική ευημερία και η τεχνική πρόοδος πολύ ολίγην σημασίαν θα είχον.
Η αξία, λοιπόν, του ρητού είναι τεράστια, συνδεομένη προς το ήθος του ατόμου και την πολιτιστικήν στάθμην της κοινωνίας.
Ο πολιτισμός μίας κοινωνίας δεν βαθμολογείται από τα τεχνικά της μέσα και τον πλούτον της, αλλά από τα ήθη της και τον ανθρωπισμόν της.
Το δίκαιον ήθος, η τείνουσα προς την δικαιοσύνην βούλησις, καλλιεργείται δια της αγωγής, παιδιόθεν.. Από την νηπιακήν ηλικίαν του ανθρώπου πρέπει να αρχίζη, η κατάλληλος αγωγή, δια συμβουλών, ηθοπλαστικών μύθων, παρακινήσεων, ηθικής φύσεως τιμωριών.
Μεθοδικώς και αδιακόπως πρέπει να γίνεται γνωστή εις τον νήπιον και τον παίδα η διαφορά του καλού και του κακού.
Ολόκληρος η οικογενειακή αγωγή να παύση να είναι αγωγή του ‘’ευχαριστώ’’ και του ‘’παρακαλώ’’ και του ‘’εσείς’’, δηλαδή αγωγή σημεροπαπαδίστικου τύπου, όπου μέσα μας συμβιβάζονται δυο ηθικές. Τη μία εμείς κηρύσσουμε, αλλά δεν χρησιμοποιούμε, την άλλη χρησιμοποιούμε, αλλά δεν …ομολογούμεν….
Να αποβή αγωγή ψυχής και ήθους, αγωγή ουσίας, ουχί αγωγή τύπων. Να ασκείται το παιδί εις δικαίαν συμπεριφοράν, κατά τα παιχνί
Περισσότερα... »